
Η Ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε οριστικά το “stop” στις καταχρηστικές χρήσεις της τεχνολογίας deepfake, υπερψηφίζοντας την Πέμπτη πρόταση νόμου που κατατέθηκε εκ μέρους του βουλευτή Χρίστου Χριστοφίδη και της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις. Ουσιαστικά, το νομοθετικό σώμα επιφέρει κρίσιμες τροποποιήσεις στον ισχύοντα νόμο περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων, θέτοντας σαφείς περιορισμούς στη δημιουργία και τη δημοσιοποίηση υλικού που βασίζεται στην «βαθυπαραποίηση». Η νέα διάταξη καθιστά σαφές ότι απαγορεύεται ρητώς η διάθεση στο ευρύ κοινό οποιασδήποτε μίμησης, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της τεχνολογίας deepfake, εάν αυτή αναπαράγει τα προσωπικά, φυσικά χαρακτηριστικά ενός ατόμου – εννοώντας την εμφάνιση, τη φωνή, ή ακόμα και τις εκφράσεις – χωρίς την προηγούμενη, ρητή και έγγραφη συγκατάθεση του εν λόγω φυσικού προσώπου. Αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία αποσκοπεί στην προάσπιση της ατομικότητας και της αξιοπρέπειας των πολιτών, διασφαλίζοντας ότι η ψηφιακή τους υπόσταση δεν μπορεί να παραβιαστεί ή να χειραγωγηθεί προς ιδιοτελείς ή κακόβουλους σκοπούς, χωρίς την δική τους συναίνεση.
Είναι σαφές ότι η κυρίαρχη πρόθεση πίσω από αυτή την ψηφισμένη νομοθεσία είναι η θωράκιση της προσωπικότητας έναντι των ολοένα και πιο εξελιγμένων μορφών ψηφιακής παραποίησης. Η αυστηροποίηση της σχετικά με τη χρήση της τεχνολογίας deepfake, που επιτρέπει τη δημιουργία εξαιρετικά ρεαλιστικών, αλλά εν τέλει παραπλανητικών, βίντεο και ηχητικών αποσπασμάτων, έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό νομικό κενό. Η απαίτηση για ρητή συγκατάθεση υπογραμμίζει την αναγνώριση των σοβαρών κινδύνων που εγκυμονεί η ανεξέλεγκτη διάδοση τέτοιου υλικού, όπως η δυσφήμηση, η παραπληροφόρηση, ακόμη και ο εκβιασμός, προστατεύοντας την δημόσια εικόνα και την ιδιωτική ζωή των πολιτών. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει την ασφάλεια και την αξιοπιστία στο ψηφιακό περιβάλλον. Η συγκεκριμένη τροποποίηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ευθυγράμμισης της εθνικής νομοθεσίας με τις διεθνείς εξελίξεις και τις επιταγές της εποχής, όπου η ψηφιακή ακεραιότητα είναι ζήτημα υψίστης σημασίας.
Η ικανότητα της τεχνολογίας να αναπαράγει με πειστικό τρόπο την εικόνα και τη φωνή ενός ατόμου, δημιουργεί ουσιαστικά ένα νέο πεδίο για πιθανές καταχρήσεις, που επηρεάζουν όχι μόνο τα άτομα, αλλά και την εμπιστοσύνη στην πληροφορία και στη δημόσια σφαίρα εν γένει. Ο νόμος αυτός αποβλέπει στο να αποτρέψει την εκμετάλλευση αυτής της δυνατότητας για σκοπούς που παραβιάζουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, θέτοντας ως προτεραιότητα την προστασία της ταυτότητας και της υπόληψης κάθε πολίτη.
