
Τρία χρόνια μετά την ανείπωτη τραγωδία στα Τέμπη, ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων εκφράζει την οργή και την απογοήτευσή του για την πορεία της δικαστικής διερεύνησης, κάνοντας λόγο για έναν διαρκή “εμπαιγμό και κοροϊδία” που συνεχίζει να βιώνει. Μετά την πρώτη ημέρα της εκδίκασης, ο σύλλογος προέβη σε μια ηχηρή ανακοίνωση, καταγγέλλοντας ότι “το κράτος επιχειρεί να διεξαγάγει ουσιαστικά μια δίκη κεκλεισμένων των θυρών”. Αυτή η εκτίμηση βασίζεται σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις από την αίθουσα του δικαστηρίου, οι οποίες υποδηλώνουν προσπάθειες περιορισμού της διαφάνειας και της συμμετοχής, γεγονός που προκαλεί εύλογες ανησυχίες για την αντικειμενικότητα και την πληρότητα της δικαστικής διαδικασίας. Οι συγγενείς αισθάνονται ότι η προσπάθεια για την αποκάλυψη της πλήρους αλήθειας αποδυναμώνεται συνεχώς. Η ανακοίνωση του Συλλόγου κάνει λόγο για “απαράδεκτη μεθόδευση της κυβέρνησης”, υπονοώντας ότι υπάρχουν συμφέροντα που επιδιώκουν να συγκαλυφθούν ευθύνες ή να διευκολυνθεί η όλη διαδικασία με τρόπους που είναι αντίθετοι προς την αρχή της δικαιοσύνης.
Οι εικόνες συνωστισμού στην αίθουσα, όπου δικηγόροι αναγκάζονταν να παρακολουθούν τις διαδικασίες χωρίς καν να έχουν δική τους θέση, αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του χάους και της έλλειψης σεβασμού προς όλους τους εμπλεκόμενους, αλλά κυρίως προς τους συγγενείς των θυμάτων. Αυτή η κατάσταση δυσχεραίνει αφάνταστα την παρακολούθηση της δίκης και την κατανόηση των τεκταινόμενων, εντείνοντας την αίσθηση αδικίας και απογοήτευσης. Οι αναφορές σε “δικηγόρους χωρίς έδρανα” και η γενικότερη αίσθηση περιορισμού της πρόσβασης και της ορατότητας, οδηγούν τον Σύλλογο στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση επιλέγει μια διαδρομή που απομακρύνεται από την πλήρη διαφάνεια και την ουσιαστική διερεύνηση. Αυτή η στρατηγική, όπως εκτιμάται, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την αξιοπιστία της δικαστικής διαδικασίας και εντείνει την αίσθηση ότι οι συγγενείς των θυμάτων δεν λαμβάνουν την ειλικρινή και πλήρη απάντηση που δικαιούνται.
Ο αγώνας για τη δικαίωση και την αναζήτηση της αλήθειας φαντάζει πλέον δυσκολότερος, με νέες αγκίδες να εμφανίζονται στον δρόμο της δικαιοσύνης. Είναι σαφές ότι τρία χρόνια μετά το τραγικό δυστύχημα, οι συγγενείς των θυμάτων αισθάνονται ότι η θεσμική ανταπόκριση δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους για διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική διερεύνηση. Η καταγγελία για “δίκη κεκλεισμένων των θυρών” δεν είναι μια απλή διαπίστωση, αλλά μια σοβαρή κατηγορία που υπογραμμίζει την πεποίθηση ότι υπάρχει μια συστηματική προσπάθεια να περιοριστεί η ανοιχτή και ειλικρινής αντιμετώπιση της υπόθεσης. Ο “εμπαιγμός” που νιώθουν ενισχύεται από την αίσθηση ότι η δικαιοσύνη κινείται αργά και μεθοδεύσεις που δεν υπηρετούν το κοινό καλό, αλλά πιθανώς ενδεχομένως την απόκρυψη ευθυνών.
