Σε μια ιδιαίτερα ουσιαστική και δηκτική παρέμβαση στην Ολομέλεια της Βουλής, η βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, άσκησε τεκμηριωμένη και πολιτικά ξεκάθαρη κριτική στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο προωθεί την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, παράλληλα με τη συνολική αναδιάρθρωση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στη χώρα. Η κυρία Σπυριδάκη, αμφισβητώντας την επάρκεια της κυβερνητικής πρότασης, υπογράμμισε με εμφαση ότι η απλή ονοματοδοσία μιας σχολής ως “ανώτατης” δεν αρκεί για να την προσδώσει κύρος ή να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα προβλήματα της καλλιτεχνικής παιδείας. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η ουσιαστική αναβάθμιση της εκπαίδευσης στην τέχνη απαιτεί πολύ περισσότερα από μια αλλαγή ταμπέλας. Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ εστίασε στην ανάγκη για ένα στέρεο και ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο, τονίζοντας ότι η δημιουργία μιας νέας ακαδημαϊκής δομής χωρίς σαφείς στόχους, χωρίς ξεκάθαρες αρμοδιότητες και χωρίς την απαραίτητη υποδομή, μοιάζει με μια επιφανειακή κίνηση.
Η κυρία Σπυριδάκη ανέλυσε ότι η αναδιάρθρωση στην καλλιτεχνική εκπαίδευση πρέπει να βασίζεται σε αρχές δικαιοσύνης, διαφάνειας και σαφήνειας, προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιοκρατία και η ισότιμη αντιμετώπιση όλων των σπουδαστών και των επαγγελματιών του χώρου. Η έλλειψη αυτών των στοιχείων, όπως επισήμανε, υπονομεύει την εμπιστοσύνη και την αποτελεσματικότητα του όποιου εγχειρήματος. Ένα από τα κεντρικά σημεία της ομιλίας της ήταν η επιτακτική ανάγκη για βαθύ σεβασμό προς τον καλλιτεχνικό κόσμο και τους δημιουργούς. Η βουλευτής τόνισε ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται για την καλλιτεχνική εκπαίδευση πρέπει να συνάδουν με τις πραγματικές ανάγκες, τους αγώνες και την προσφορά των ανθρώπων που υπηρετούν την τέχνη. Υπογράμμισε ότι η Πολιτεία οφείλει να αφουγκράζεται τις αγωνίες τους, να λαμβάνει υπόψη τις προτάσεις τους και να μην προχωρά σε αποσπασματικές και αποκομμένες από την πραγματικότητα ρυθμίσεις.
Η εμπειρία και η γνώση του καλλιτεχνικού κόσμου είναι ανεκτίμητες και πρέπει να αξιοποιηθούν, αντί να παραγκωνίζονται. Η κυρία Σπυριδάκη συνέχισε την κριτική της, αναλύοντας ότι η ίδρυση μιας “ανώτατης” σχολής, χωρίς να έχει προηγουμένως διασφαλιστεί η σύνδεσή της με την αγορά εργασίας, χωρίς να έχει δοθεί λύση στα ζητήματα της χρηματοδότησης και χωρίς να έχει προετοιμαστεί το έδαφος για την παροχή υψηλού επιπέδου σπουδών, κινδυνεύει να παραμείνει ένα κενό γράμμα. Επίσης, έθεσε το ζήτημα της διασφάλισης της ποιότητας των προσφερόμενων προγραμμάτων σπουδών, τονίζοντας ότι η αναγνώριση και η αναβάθμιση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης απαιτούν συνέπεια, προσήλωση στην αριστεία και τη δημιουργία ενός πλαισίου που θα προάγει την καινοτομία και την καλλιτεχνική έρευνα. Η καλλιτεχνική εκπαίδευση, όπως τόνισε, είναι ένας ευαίσθητος χώρος που απαιτεί προσοχή και στρατηγικό σχεδιασμό.
