
Ο ευρωβουλευτής, εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του για την πορεία της κτηνοτροφίας και της ευρύτερης οικονομίας της Λέσβου, επισημαίνει με έμφαση πως τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί και επιβάλλονται στο νησί, συχνά στερούνται της απαραίτητης επιστημονικής τεκμηρίωσης. Αυτή η έλλειψη βάθους και ανάλυσης, όπως τονίζει, οδηγεί σε πλήρη αποτυχία του σκοπού τους, αποτυγχάνοντας να επιφέρουν τα επιδιωκόμενα θετικά αποτελέσματα. Αντιθέτως, η κατάσταση έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, καθώς τα ατελέσφορα μέτρα έχουν αρχίσει να γεννούν νέα, πολύπλευρα προβλήματα. Αυτά δεν περιορίζονται μόνο στο περιβαλλοντικό επίπεδο, όπου οι αρνητικές επιπτώσεις είναι ήδη ορατές, αλλά επεκτείνονται αισθητά και στον οικονομικό τομέα, υπονομεύοντας την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα των κτηνοτροφικών μονάδων. Παράλληλα, η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται, καθώς η αβεβαιότητα και οι οικονομικές δυσχέρειες επηρεάζουν τη ζωή των κατοίκων.
Η κεντρική θέση του ευρωβουλευτή εστιάζει στην παράλογη εφαρμογή πολιτικών που δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του νησιού, δημιουργώντας ένα τοξικό περιβάλλον για την αγροκτηνοτροφική παραγωγή. Όταν αποφάσεις λαμβάνονται στο πόδι, χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία, την έρευνα και τη συμβολή των ειδικών, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα αρνητικό. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της Λέσβου, όπου η κτηνοτροφία, ένας από τους πυλώνες της τοπικής οικονομίας, βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν πραγματικό όλεθρο. Οι απώλειες είναι ήδη σημαντικές, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, ενώ η εικόνα του μέλλοντος διαγράφεται ζοφερή αν δεν υπάρξει άμεση και ουσιαστική παρέμβαση. Η κατάσταση απαιτεί επαναξιολόγηση και προσαρμογή των πολιτικών, με γνώμονα την πραγματικότητα του πεδίου και την αποφυγή περαιτέρω ζημιών.
Η επισήμανση ότι τα μέτρα αυτά δεν είναι απλώς αναποτελεσματικά, αλλά αντίθετα, συμβάλλουν στη γέννηση νέων, επιπρόσθετων προβλημάτων, είναι καθοριστική. Περιβαλλοντικά, οι αταίριαστες παρεμβάσεις μπορεί να επιδεινώσουν την κατάσταση των τοπικών οικοσυστημάτων, επηρεάζοντας την πανίδα και τη χλωρίδα. Οικονομικά, η άσκοπη πίεση στα κοστολόγια παραγωγής, η μείωση της ανταγωνιστικότητας και η απώλεια θέσεων εργασίας αποτελούν άμεσες συνέπειες. Κοινωνικά, οι κτηνοτρόφοι και οι επαγγελματίες του αγροδιατροφικού τομέα αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι και ανήμποροι να προσαρμοστούν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και αβέβαιο περιβάλλον. Η συζήτηση για την ανάγκη επαρκούς επιστημονικής τεκμηρίωσης και την προσεκτική ανάλυση των επιπτώσεων πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης, αποκτά πλέον υπαρξιακές διαστάσεις για την αγροτική παραγωγή του νησιού. Το κτηνοτροφικό κεφάλαιο της Λέσβου, που ιστορικά αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς της και βασική πηγή εισοδήματος για πολλούς κατοίκους, αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο υποχώρησης.
Η απουσία ουσιαστικής υποστήριξης και η επιβολή μέτρων που δεν έχουν δοκιμαστεί ή προσαρμοστεί στις τοπικές συνθήκες, οδηγεί σε μια δυσμενή τροχιά. Η διάσωση της κτηνοτροφίας δεν είναι απλώς ένα οικονομικό ζήτημα, αλλά και ένα ζήτημα γεωγραφικής και πολιτισμικής διατήρησης. Ο ευρωβουλευτής, καταγγέλλοντας την κατάσταση, καλεί σε εγρήγορση και σε άμεση αναθεώρηση των πολιτικών, προκειμένου να αποφευχθεί η ανεπανόρθωτη ζημιά και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των παραγωγών στην ορθότητα των κυβερνητικών αποφάσεων.
