
Ο Σύνδεσμος Παραγωγών Ενέργειας από Φωτοβολταϊκά εκφράζει κατηγορηματικά την αντίθεσή του σε οποιαδήποτε σκέψη για αύξηση των ταρίφων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ιδίως όσον αφορά τα φωτοβολταϊκά έργα. Η θέση αυτή κοινοποιήθηκε σε ένα κρίσιμο στάδιο όπου λαμβάνονται αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον του κλάδου και θα επηρεάσουν άμεσα την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική βιωσιμότητα των επενδύσεων. Οι παραγωγοί, μέσα από δική τους επικοινωνία, τονίζουν την ανάγκη για συνεχή και αδιάλειπτη υποστήριξη, καθώς ο κλάδος έχει ήδη επωμιστεί σημαντικά κόστη και αντιμετωπίζει προκλήσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση των δικτύων και την ενσωμάτωση μεγάλου όγκου πράσινης ενέργειας. Ζητούν, δε, να ληφθούν υπόψη όλες οι παράμετροι πριν από οποιαδήποτε αλλαγή στην τιμολογιακή πολιτική. Πέρα από την απόρριψη κάθε πρότασης για αύξηση των υφιστάμενων ταρίφων, ο Σύνδεσμος προχωράει και στην διεκδίκηση αποζημιώσεων για τα μέλη του.
Η αίτηση αυτή βασίζεται σε σειρά παραγόντων που έχουν πλήξει την αποδοτικότητα και την κερδοφορία των φωτοβολταϊκών πάρκων. Συγκεκριμένα, οι παραγωγοί αναφέρονται σε καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων, σε αυξημένο διοικητικό κόστος, αλλά και σε απρόβλεπτες συνθήκες της αγοράς που έχουν δημιουργήσει δυσκολίες στην εκτέλεση των συμβολαίων και στην απρόσκοπτη λειτουργία των εγκαταστάσεων. Η απαίτηση για αποζημιώσεις είναι μια ξεκάθαρη έκφραση της δυσαρέσκειας και της ανάγκης για ουσιαστική αναγνώριση των απωλειών που έχουν υποστεί, με στόχο την αποκατάσταση της αδικίας και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στο επενδυτικό περιβάλλον. Ο Σύνδεσμος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της σταθερότητας και της προβλεψιμότητας, στοιχεία που κρίνονται απαραίτητα για την περαιτέρω ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην χώρα. Η συνεχής αλλαγή στις ρυθμίσεις και στην τιμολογιακή πολιτική δημιουργεί ένα ασταθές περιβάλλον, το οποίο αποθαρρύνει νέες επενδύσεις και δυσχεραίνει τον σχεδιασμό μακροπρόθεσμων στρατηγικών.
Ο κλάδος των φωτοβολταϊκών, ως ένας από τους βασικούς πυλώνες της ενεργειακής μετάβασης, χρειάζεται ένα σαφές και υποστηρικτικό πλαίσιο, ικανό να προσελκύσει κεφάλαια και να διασφαλίσει την απρόσκοπτη παραγωγή καθαρής ενέργειας. Υπογραμμίζεται η ανάγκη για διάλογο και συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, ώστε να εξευρεθούν αμοιβαία επωφελείς λύσεις που θα προάγουν τους στόχους της πράσινης ενέργειας. Παράλληλα, εκφράζεται η ανησυχία για τον πιθανό αρνητικό αντίκτυπο μιας τέτοιας απόφασης στην προσπάθεια επίτευξης των εθνικών στόχων για την κλιματική αλλαγή και την ενίσχυση της ενεργειακής αυτάρκειας. Η αύξηση των ταρίφας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής ενέργειας από ιδιωτικούς σταθμούς, επιβαρύνοντας τον εθνικό ενεργειακό ισολογισμό και καθιστώντας την Ελλάδα πιο εξαρτημένη από εισαγόμενα καύσιμα. Η κατεύθυνση αυτή είναι αντίθετη με τη γενικότερη πολιτική που ακολουθεί η Ελλάδα για την ενίσχυση των ΑΠΕ και την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Οι φορείς του κλάδου θέλουν να πιστεύουν ότι οι αρμόδιοι θα λάβουν υπόψη τους τις σύνθετες επιπτώσεις μιας τέτοιας απόφασης και θα προκρίνουν λύσεις που θα διασφαλίζουν την ευημερία του τομέα.
