
Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόκληση να καθοδηγήσει την Εθνική Ομάδα της Ελλάδας, εστιάζει σε ένα καίριο ζήτημα που απασχολεί το ελληνικό ποδόσφαιρο: την ανάγκη για ενίσχυση του εγχώριου στοιχείου, ιδιαίτερα στις ομάδες που δεν ανήκουν στην ελίτ του πρωταθλήματος. Σύμφωνα με τον έμπειρο τεχνικό, η απουσία ουσιαστικής στήριξης και συμμετοχής Ελλήνων ποδοσφαιριστών στις «μικρομεσαίες» ομάδες της Super League, αποτελεί έναν παράγοντα που βαραίνει και την εικόνα της Εθνικής Ομάδας. Η άποψή του είναι σαφής: οι ομάδες αυτές θα έπρεπε να αποτελούν το φυτώριο για την παραγωγή ντόπιων ταλέντων, δίνοντάς τους τον απαραίτητο χρόνο και τις ευκαιρίες για να αναδειχθούν και να εξελιχθούν. Υποστηρίζει σθεναρά ότι η σωστή αξιοποίηση των Ελλήνων ποδοσφαιριστών στις ομάδες τους, πέραν της ενίσχυσης της εθνικής ομάδας, συμβάλλει και στη γενικότερη αναβάθμιση του επιπέδου του ελληνικού πρωταθλήματος.
Όταν οι ακαδημίες τροφοδοτούνται με ποιοτικό υλικό και τα νεαρά ταλέντα αποκτούν εμπειρίες σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, είναι πολύ πιθανότερο να δούμε στην Εθνική ομάδα παίκτες έτοιμους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Η προσέγγιση αυτή εδραιώνει μια πιο υγιή ποδοσφαιρική κουλτούρα, όπου η ανάπτυξη των ντόπιων παικτών θεωρείται προτεραιότητα, αντί για την αποκλειστική προσφυγή σε ξένες λύσεις. Ο Γιοβάνοβιτς πιστεύει ακράδαντα ότι η αύξηση της παρουσίας Ελλήνων ποδοσφαιριστών στις ομάδες που συμμετέχουν στις επαγγελματικές κατηγορίες θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τη δυναμική του ποδοσφαίρου μας. Η εστίαση στην εγχώρια παραγωγή, σε συνδυασμό με την παροχή ευκαιριών για σταθερή συμμετοχή, είναι η συνταγή για να δημιουργηθεί ένα πιο στέρεο θεμέλιο για το μέλλον. Η εθνική ομάδα, ως κερασμένο του ποδοσφαιρικού οικοδομήματος, θα επωφελούνταν πολλαπλά από αυτή την αλλαγή, αποκτώντας βάθος και ποιότητα στην σύνθεσή της, πράγμα απαραίτητο για την αντιμετώπιση δύσκολων αντιπάλων σε διεθνές επίπεδο.
Η επένδυση σε ντόπια ταλέντα είναι μακροπρόθεσμη και αποφέρει καρπούς. Ανέλυσε περαιτέρω τη σημασία αυτής της στρατηγικής, εξηγώντας ότι δεν πρόκειται απλώς για μια αισθητική αλλαγή, αλλά για μια ουσιαστική επένδυση στην ποιότητα και την εξέλιξη του ελληνικού ποδοσφαίρου. Όταν οι «μικρομεσαίες» ομάδες αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο στην ανάδειξη Ελλήνων ποδοσφαιριστών, δημιουργούνται πολλαπλά οφέλη. Τόσο οι ίδιες οι ομάδες αποκτούν περισσότερη συνοχή και ταυτότητα, όσο και οι παίκτες αποκτούν πολύτιμες παραστάσεις και αυτοπεποίθηση. Αυτό, με τη σειρά του, τροφοδοτεί την Εθνική Ομάδα με ποδοσφαιριστές που είναι πιο έτοιμοι, πιο δεμένοι και πιο διψασμένοι να εκπροσωπήσουν την χώρα τους, συμβάλλοντας στην οικοδόμηση μιας νέας, πιο αισιόδοξης εποχής για το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.
